κηρύγματα
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κήρυγμα
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Ο ιεροκήρυκας εκφώνησε δυνατά κηρύγματα στο πλήθος.”
The preacher delivered powerful sermons to the crowd.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free