HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κηρίο | Babel Free

Noun CEFR B1

Ορισμοί

  1. κερί
  2. μονάδα φωτεινής ροής
  3. μολυσματικό κηρίο: βακτηριδιακή μόλυνση του δέρματος

Παραδείγματα

“※ Ο ψάλτης υπενύσταζε και έκαμνε «μετάνοιες» όρθιος στο στασίδι, κι' ο γέρο‑Δημητρός, ο πρώην νεωκόρος κ' επίτροπος επί των εξωκκλησίων, χωρίς ο νους του ν' αποσπάται απ' το παγγάρι και τα κηρία, έπαιρνε «δύο τροπάρια» καθιστός στο στασίδι. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τα μετά θάνατον, Η χολεριασμένη, 1915)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κηρίο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course