HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κηπουρός | Babel Free

Noun masculine CEFR C2 Specialized
/ci.puˈɾos/

Ορισμοί

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. που έχει για δουλειά την φροντίδα του κήπου, ο περιβολάρης.

Ισοδύναμα

English Gardener

Παραδείγματα

“※ Θα ’θελα να ’μουν κηπουρός / σ’ έναν κοραλλένιο κήπο στο βυθό (Βαγγέλης Γερμανός, τραγούδι Ο κηπουρός, από τον δίσκο Τα μπαράκια, 1982)”
“※ με τη βοήθεια του κηπουρού το έβγαλε προσεκτικά από τη γλάστρα ώστε να μην κοπούν οι ρίζες και να μπορέσουν να το φυτέψουνε (Νίκος Πιλάβιος, Ιστορίες της καρδιάς, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2011 https://www.google.gr/books/edition/%CE%99%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B5%CF%82_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%82/MHN2BQAAQBAJ?hl=el&gbpv=1&dq=%CE%BA%CE%B7%CF%80%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%8D&pg=PT52&printsec=frontcover)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κηπουρός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course