HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κερωμένος | Babel Free

Verb CEFR B2

Ορισμοί

  1. αλειμμένος με κερί (ώστε να γίνει ενδεχομένως αδιάβροχος, στιλβωμένος ή στιλπνός)
  2. χλομός (από ντροπή ή φόβο)
    figuratively

Παραδείγματα

“Όταν αγοράζουμε λεμόνια, αποφεύγουμε τα κερωμένα (τα οποία κατά κανόνα είναι εισαγόμενα). Είναι προτιμότερο να διαλέγουμε ακέρωτους καρπούς και μάλιστα βιολογικής γεωργίας. (*)”
“※ Μετά κέρωνε καλά τον σπάγκο και με το σουβλί έρραβε το «φόντι» πάνω στην σόλα, βοηθούμενος από το καλαπόδι. Τα χέρια του ήταν δυνατά και ροζιασμένα, κι όταν περνούσε αντίθετα τις δυό βελόνες από την τρύπα που άνοιγε κάθε φορά με το σουβλί, ο κερωμένος σπάγκος τραβιόταν με τόση δύναμη που ώστε έκανε ένα σώμα σόλα και φόντι (Κώστας Δούκας, Τα χρόνια της ντροπής, Μυθ(ιστόρημα), 2017)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κερωμένος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course