κερκίδες
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κερκίδα
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Οι κερκίδες γέμισαν με ενθουσιώδεις οπαδούς.”
The stands filled with enthusiastic fans.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free