κερασμένα
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κερασμένο
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Τα ποτά ήταν κερασμένα από το κατάστημα.”
The drinks were on the house from the shop.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free