HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κεράτσα | Babel Free

Noun CEFR B1

Ορισμοί

  1. άλλη μορφή του κυράτσα / κερά
  2. γυναικείο όνομα
  3. γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Κεράτσας)

Παραδείγματα

“※ «Κεράτσα», γράφει ο συγγραφέας, «λέμε στα σιφναίικα τη θεία, την αδερφή της μάνας μας ή του πατέρα μας... Στη δική μου περίπτωση αναφέρομαι στη θεία μου το Κατέ [Κατίνα], την αδερφή της μάνας μου (Μανώλης Κορρές, Η Κεράτσα μου, εκδόσεις Ροδακιό, 1997)”
“※ Κεράτσα · εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν πρὸ ἑβδομῆντα χρόνων ἡ λέξις ἦτον ἀκόμη συνώνυμος τοῦ « κερὰ » , τώρα μετέπεσεν εἰς ἄζηλον σημασίαν , χαρακτηρίζουσα τὰς κενοδόξους γυναῖκας (Emile Legrand, Grammaire grecque moderne, 1878, σελ. 130 [https://www.google.gr/books/edition/Grammaire_grecque_moderne/pu5IeTnQ_tQC?hl=en&gbpv=1&dq=%CE%9A%CE%B5%CF%81%CE%AC%CF%84%CF%83%CE%B1&pg=PA130&printsec=frontcover)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κεράτσα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course