κατσαβίδι
Ορισμοί
εργαλείο για βίδωμα ή ξεβίδωμα· η μία άκρη του προσαρμόζεται στην εγκοπή της κεφαλής της βίδας και ο χειριστής περιστρέφει τη λαβή του, ώστε να τοποθετήσει, συσφίγξει ή χαλαρώσει τη βίδα
Ισοδύναμα
8 more languages
Češtinašroubovák
DeutschSchraubenzieher
Lietuviųatsuktuvas
Polskiśrubokręt
Românășurubelniță
Русскийотвёртка
Slovenčinaskrutkovač
Παραδείγματα
“Χρειάζομαι ένα κατσαβίδι για να σφίξω αυτή τη βίδα.”
I need a screwdriver to tighten this screw.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free