Meaning of κατεβασιά | Babel Free
/ka.te.vaˈsça/Ορισμοί
-
η ορμητική κύλιση των νερών ενός χειμάρρου ή ποταμού vulgar
-
κατηφοριά vulgar
-
ο καταβάτης άνεμος vulgar
Παραδείγματα
“※ Δεν υπήρχε γεφύρι, κάποια κατεβασιά το είχε κάποτε σαρώσει. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους, [μυθιστόρημα], 2012)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.