καταφέρετε
Ορισμοί
- β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταφέρνω
- β' πληθυντικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος καταφέρω
- θα καταφέρετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταφέρνω
- β' πληθυντικό υποτακτικής ενεστώτα και αορίστου του ρήματος καταφέρω
- θα καταφέρετε: β' πληθυντικό οριστικής εξακολουθητικού και στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταφέρω
Παραδείγματα
“Είμαι σίγουρος ότι θα τα καταφέρετε.”
I am sure you will make it.
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free