HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

κατήγορος

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR C2 Standard
kaˈti.ɣo.ɾos

Ορισμοί

  1. που κατηγορεί κάποιον
  2. που απευθύνει (επίσημα, σε δικανικά πλαίσια) κατηγορίες εναντίον κάποιου

Ισοδύναμα

26 more languages

Παραδείγματα

“δημόσιος κατήγορος”

public prosecutor

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κατήγορος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free