Meaning of κατάψυξη | Babel Free
/kaˈta.psi.ksi/Ορισμοί
- η έκθεση ζωικών ή φυτικών ουσιών σε πολύ χαμηλής θερμοκρασίας ώστε να παγώσουν
-
διακοπή, αναβολή, ή αναστολή μιας διαδικασίας figuratively
- περιορισμένος χώρος με θερμοκρασία χαμηλότερη του ψυγείου για πιο μακροχρόνια συντήρηση τροφίμων
Ισοδύναμα
English
Freezer
Παραδείγματα
“Το θέμα μπήκε στην κατάψυξη και δε θα συζητηθεί πλέον.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.