HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κατάκτηση | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/kaˈta.kt.isi/

Ορισμοί

  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατακτώ
  2. η κυρίευση μιας περιοχής ή μιας χώρας, συνήθως χρησιμοποιώντας στρατιωτική δύναμη κι αφαιρώντας την πολιτική της ανεξαρτησία
  3. η χώρα ή περιοχή που κυριεύτηκαν
    broadly
  4. η απόκτηση πρόσβασης σε ένα χώρο που δεν είχα πριν
  5. η απόκτηση κάποιου πράγματος με επίμονες προσπάθειες, η επίτευξη ενός στόχου
  6. η άσκηση θετικής επίδρασης σε κάποιον με τη συμπεριφορά μου
  7. η πρόκληση ερωτικής έλξης κι ενδιαφέροντος σε κάποιον

Ισοδύναμα

English conquest

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κατάκτηση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course