Meaning of κατάκτηση | Babel Free
/kaˈta.kt.isi/Ορισμοί
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατακτώ
- η κυρίευση μιας περιοχής ή μιας χώρας, συνήθως χρησιμοποιώντας στρατιωτική δύναμη κι αφαιρώντας την πολιτική της ανεξαρτησία
-
η χώρα ή περιοχή που κυριεύτηκαν broadly
- η απόκτηση πρόσβασης σε ένα χώρο που δεν είχα πριν
- η απόκτηση κάποιου πράγματος με επίμονες προσπάθειες, η επίτευξη ενός στόχου
- η άσκηση θετικής επίδρασης σε κάποιον με τη συμπεριφορά μου
- η πρόκληση ερωτικής έλξης κι ενδιαφέροντος σε κάποιον
Ισοδύναμα
English
conquest
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.