HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of καστ | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized
/ˈkast/

Ορισμοί

  1. η ομάδα των ηθοποιών που παίζουν μαζί σε κάποιο έργο
  2. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)

Παραδείγματα

“※ Τάσος Νούσιας: Εκτός καστ της νέας σειράς της ΕΡΤ «Στα σύρματα» (gossip-tv.gr, 09/04/2023 https://www.gossip-tv.gr/media-tv/story/773403/tasos-noysias-ektos-kast-tis-neas-seiras-tis-ert-sta-syrmata)”
“※ Ανάρτηση του επίσημου λογαριασμού της σειράς στο Instagram, δείχνει το καστ να έχει συγκεντρωθεί σε ένα τραπέζι, προκειμένου να γίνει η πρώτη ανάγνωση του σεναρίου. (Όλο το καστ μαζί στην πρώτη ανάγνωση του σεναρίου, Πρώτο Θέμα, 01/04/2023 https://www.protothema.gr/life-style/article/1356142/maestro-2-olo-to-kast-mazi-stin-proti-anagnosi-tou-senariou-deite-fotografies/)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See καστ used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course