Meaning of Κασσάνδρα | Babel Free
/kaˈsan.ðɾa/Ορισμοί
- κόρη του βασιλιά της Τροίας Πριάμου, η οποία είχε λάβει το χάρισμα από τον Απόλλωνα να προφητεύει σωστά δυσάρεστα, συνήθως, γεγονότα, χωρίς όμως να την πιστεύουν
- κάποιος που προβλέπει δυσάρεστες καταστάσεις και προμαντεύει δυσοίωνες ή καταστροφικές εξελίξεις, τις οποίες οι άλλοι αρνούνται να δεχτούν ή για τις οποίες δυσπιστούν
- γυναικείο όνομα
- η δυτική χερσόνησος της Χαλκιδικής
- κόλπος της Ελλάδας, ο συνήθως αποκαλούμενος Τορωναίος κόλπος
Ισοδύναμα
English
Cassandra
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.