Meaning of κασίδα | Babel Free
/kaˈsi.ða/Ορισμοί
- πάθηση του τριχωτού της κεφαλής με κύριο χαρακτηριστικό την τριχόπτωση
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Κασίδας
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Κασίδας accusative, genitive, singular, vocative
-
το κεφάλι που έχει αυτήν την πάθηση figuratively
Ισοδύναμα
English
favus
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.