HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of καρντάσης | Babel Free

Noun masculine CEFR B2
/kaɾˈda.sis/

Ορισμοί

αδελφός, σύντροφος, φίλος

vulgar

Παραδείγματα

“※ Τσουγκρίσματα δυνατά, για ν’ ακουστούν και πιο δίπλα, να ξέρουν όλοι ότι διασκεδάζει ο Βάγγος εδώ πέρα, ο Βάγγος ο κουβαρντάς, ο ξηγημένος, ο μπεκιάρης, ο καρντάσης, ο μπεσαλής, ο μόρτης, ο αλήτης, ο άντρας. Μετά της κυρίας του φυσικά (Λένος Χρηστίδης, Η Μελαμψή Παρθένος, εκδ. Καστανιώτη, 2014)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See καρντάσης used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course