HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

καράβια

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized
[kaˈravʝa]

Ορισμοί

  1. αόριστη ποσότητα πραγμάτων ή ατόμων που θεωρητικά χωράει σε ένα, αορίστου μεγέθους, καράβι
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καράβι
    accusative, nominative, plural, vocative
  3. γυναικείο επώνυμο

Παραδείγματα

“Πολλά καράβια αγκυροβόλησαν στο λιμάνι το πρωί.”

Many ships anchored in the harbor in the morning.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη καράβια σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free