Meaning of καράβια | Babel Free
/[kaˈravʝa]/Ορισμοί
- αόριστη ποσότητα πραγμάτων ή ατόμων που θεωρητικά χωράει σε ένα, αορίστου μεγέθους, καράβι
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καράβι accusative, nominative, plural, vocative
- γυναικείο επώνυμο
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.