Meaning of καπουτσίνο | Babel Free
Ορισμοί
- είδος καφέ εσπρέσο που παρασκευάζεται σε καφετιέρα, με προσθήκη ζεστού γάλατος και αφρόγαλου
-
αιτιατική ενικού του καπουτσίνος accusative, singular
Ισοδύναμα
English
cappuccino
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.