Meaning of κανονάκι | Babel Free
Ορισμοί
- μικρό κανόνι
- έγχορδο λαϊκό μουσικό όργανο, σε σχήμα τραπεζίου, που παίζεται με τα δάχτυλα· μοιάζει με το σαντούρι, μόνο που εκείνο παίζεται με δύο λεπτές ράβδους
- επιπλέον "ζωή" στα ηλεκτρονικά παιχνίδια ("πήρα (το) κανονάκι") εμφανίστηκε ως αδόκιμος όρος στα ηλεκτρονικά με κερματοδέκτες, και στη συνέχεια "πέρασε" και στους η/υ.
Ισοδύναμα
English
qanun
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.