Meaning of καμινάρη | Babel Free
Ορισμοί
- καμινάρης, στη γενική του ενικού
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Καμινάρης
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Καμινάρης accusative, genitive, singular, vocative
- καμινάρης, στην αιτιατική του ενικού
- καμινάρης, στην κλητική του ενικού
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.