κακόφημη
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακόφημος
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Απέφευγαν τη σκοτεινή και κακόφημη γειτονιά.”
They avoided the dark and disreputable neighborhood.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free