Meaning of καζανιά | Babel Free
/ka.zaˈɲa/Ορισμοί
- η χωρητικότητα ενός καζανιού, ανά είδος
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καζάνι accusative, nominative, plural, vocative
- η συνήθης ποσότητα φαγητού που μαγειρεύεται σ' ένα καζάνι
- η ποσότητα υγρού ή ατμού που χωράει ένα κλειστό καζάνι
-
η ποσότητα φαγητού που μαγειρεύεται σε καζάνι(α) και μοιράζεται σε θρησκευτικές ή άλλες εκλδηλώσεις idiomatic
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.