Meaning of καζίκι | Babel Free
/kaˈzi.ci/Ορισμοί
- μια πολύ δύσκολη κατάσταση (κατ' αναλογία προς το παλούκι)
-
μακρύ και αιχμηρό αντικείμενο, πάσσαλος, παλούκι που χρησιμοποιόταν για τον ανασκολοπισμό (παλούκωμα) στη διάρκεια της τουρκοκρατίας dated
Παραδείγματα
“η δουλειά που μου έτυχε είναι πολύ καζίκι”
“έπαθα/έφαγα ένα γερό καζίκι”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.