Meaning of Καβύλος | Babel Free
/kaˈvi.los/Ορισμοί
- μέλος νομαδικής φυλής της βόρειας Αφρικής, κυρίως στην Αλγερία
- σχετικός με την Καβυλία και τους Καβύλους
- καβυλία γλώσσα: η γλώσσα που μιλιέται από τους Καβύλους
Ισοδύναμα
English
Kabyle
Παραδείγματα
“※ Τούτος ο άνδρας ήταν λοιπόν Καβύλος. Όπως τόσοι άλλοι, αναλογίστηκε ο Μιρά, έφυγε μακριά απ' τη μιζέρια και τη δυναμική άνοδο των ισλαμιστών. (Ζιλ Βενσάν, Ντζεμπέλ: Στους λόφους του Αλγερίου, (Αθήνα: Καστανιώτης, 2014) ISBN 9789600357394)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.