Meaning of καβαλάρη | Babel Free
Ορισμοί
- καβαλάρης, στη γενική του ενικού
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Καβαλάρης
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Καβαλάρης accusative, genitive, singular, vocative
- καβαλάρης, στην αιτιατική του ενικού
- καβαλάρης, στην κλητική του ενικού
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.