κέρας
Ορισμοί
-
κέρατο formal
- ανδρικό επώνυμο
- ανδρικό όνομα
-
αυτός που κατασκευάζει ή πουλάει κερί vulgar
-
οτιδήποτε έχει σχήμα κέρατου formal
-
το κόρνο dated
Ισοδύναμα
EnglishHorn
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free