Meaning of κάτοικος | Babel Free
/ˈka.ti.kos/Ορισμοί
- αυτός ή αυτή που μένει (κατοικεί) σε ορισμένο τόπο
- ανδρικό επώνυμο
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“οι κάτοικοι του χωριού αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους λόγω της πυρκαγιάς”
“ο βρυχηθμός της αρκούδας ξύπνησε όλους τους άλλους κατοίκους του δάσους”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.