Meaning of κάρωση | Babel Free
Ορισμοί
- η κατάσταση (βαθέος) ύπνου που καταλαμβάνει κάποιον
- νύστα
- το τελευταίο στάδιο μιας κωματώδους κατάστασης, κατά το οποίο ο ασθενής είναι τελείως αναίσθητος
Παραδείγματα
“Αλαφρή κάρωση με κυριεύει, νύστα και γλύκα, και το δειλινό, όταν πέσει ο ήλιος και φυσήξει από τη θάλασσα το αλαφρό αεράκι και σαλέψουν λίγο, δεξά ζερβά, τα μικρά καΐκια και ξεχυθούν στην παραλία τα μικρά παιδιά με το γιασεμί στο χέρι, η καρδιά μου ξεζώνεται και παραδίνεται σαν την Πάνδημη Αφροδίτη. (Νίκος Καζαντζάκης, Ταξιδεύοντας: Ιταλία, Αίγυπτος, Σινά, Ιερουσαλήμ, Κύπρος, ο Μοριάς)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.