HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κάρωση | Babel Free

Noun CEFR B1

Ορισμοί

  1. η κατάσταση (βαθέος) ύπνου που καταλαμβάνει κάποιον
  2. νύστα
  3. το τελευταίο στάδιο μιας κωματώδους κατάστασης, κατά το οποίο ο ασθενής είναι τελείως αναίσθητος

Παραδείγματα

“Αλαφρή κάρωση με κυριεύει, νύστα και γλύκα, και το δειλινό, όταν πέσει ο ήλιος και φυσήξει από τη θάλασσα το αλαφρό αεράκι και σαλέψουν λίγο, δεξά ζερβά, τα μικρά καΐκια και ξεχυθούν στην παραλία τα μικρά παιδιά με το γιασεμί στο χέρι, η καρδιά μου ξεζώνεται και παραδίνεται σαν την Πάνδημη Αφροδίτη. (Νίκος Καζαντζάκης, Ταξιδεύοντας: Ιταλία, Αίγυπτος, Σινά, Ιερουσαλήμ, Κύπρος, ο Μοριάς)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κάρωση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course