Meaning of κάργα | Babel Free
/ˈkaɾ.ɣa/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Κάργας
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Κάργας
- άλλη μορφή του κάργια
Παραδείγματα
“※ Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται / στους μαύρους τοίχους και στα κεραμίδια (Κώστας Καρυωτάκης, Πρέβεζα)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.