Meaning of κάπος | Babel Free
Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- ο επικεφαλής (στρατιωτών), επί τουρκοκρατίας ο κλέφτης που έστηνε σε περάσματα ενέδρα για ληστεία
- καπετάνιος, αρχηγός
Παραδείγματα
“Οι Κάποι ήταν αγροφύλακες με αυξημένες εξουσίες (Σωφρονάς, Αντώνιος Γ. "Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και οι κάποι Σαχλαίοι." περιοδικό Ακοβίτικα Νέα pdf Μάρτιος 2005 πρόσβαση:2019.03.22.)”
“Θεόδωρος Κολοκοτρώνης … Λίγο μετά και σε ηλικία 15 ετών διορίσθηκε κάπος στην επαρχία Λεονταρίου. (arcadia.ceid.upatras πρόσβαση:2019.03.22.)”
“-Κι ἀπέ, τὸ θρύλο νὰ σοῦ πῶ ποὺ μοῦ ῾πε μαῦρος κάπος / τὴ νύχτα ποὺ μᾶς ἔγλειφε φωτιὰ στὸ Μαρακές. (Νίκος Καββαδίας, Μουσώνας)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.