HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κάμα | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized
/ˈka.ma/

Ορισμοί

  1. δίκοπο μαχαίρι
    vulgar
  2. καύσωνας, καύμα, υπερβολική ζέστη
    vulgar
  3. πόλη της Ιαπωνίας, στο νομό Φουκουόκα, της περιφέρειας Κυούσου στην ομώνυμη νήσο.
  4. γυναικείο επώνυμο

Παραδείγματα

“※ Κάμα ανυπόφερτο κάνει τη θάλασσα να ανασαίνει βαριά. (Ασημάκης Πανσέληνος, Τότε που ζούσαμε, 1974 [αναμνήσεις])”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κάμα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course