Meaning of κάμα | Babel Free
/ˈka.ma/Ορισμοί
-
δίκοπο μαχαίρι vulgar
-
καύσωνας, καύμα, υπερβολική ζέστη vulgar
- πόλη της Ιαπωνίας, στο νομό Φουκουόκα, της περιφέρειας Κυούσου στην ομώνυμη νήσο.
- γυναικείο επώνυμο
Παραδείγματα
“※ Κάμα ανυπόφερτο κάνει τη θάλασσα να ανασαίνει βαριά. (Ασημάκης Πανσέληνος, Τότε που ζούσαμε, 1974 [αναμνήσεις])”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.