Σημασία του κάιζερ | Babel Free
Ορισμοί
- ο Γερμανός μονάρχης
- ανδρικό όνομα
- γυναικείο επώνυμο
- οι Αυτοκράτορες της Γερμανίας
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Ισοδύναμα
العربية
قيصر
Bosanski
cesar
Català
kàiser
Čeština
císař
Dansk
kejser
Ελληνικά
αυτοκράτορας
English
Kaiser
Español
káiser
Eesti
keiser
Suomi
keisari
עברית
קיסר
Hrvatski
cesar
Magyar
császár
Íslenska
keisari
Italiano
kaiser
日本語
カイザー
ქართული
კაიზერი
한국어
카이저
Latviešu
ķeizars
Nederlands
keizer
Polski
kajzer
Русский
кайзер
Slovenčina
cisár
Slovenščina
cesar
Српски
cesar
Svenska
kejsare
Tagalog
Kayser
Українська
цісар
اردو
قَیصَر
中文
德皇
Παραδείγματα
“※ Άλλοτε, ο Κάιζερ υποχρέωνε τους πολίτες να παραμερίζουνε στο δρόμο μόλις βλέπουν αξιωματικό και να τον χαιρετάνε με βαθιά υπόκλιση. (Σωτήρης Πατατζής Κάιζερ! Κάιζερ! [διήγημα])”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free