Meaning of κάδη | Babel Free
/ˈka.ði/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Κάδης
-
γενική ενικού του Κάδης genitive, singular
- ένα μεγάλο βαρέλι ανοικτό από πάνω όπου πατούν τα σταφύλια για να βγει ο μούστος
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- ένα μεγάλο δοχείο όπου χτυπούν το γάλα για να φτιάξουν βούτυρο
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.