ισοτονικός
Ορισμοί
- , (μυϊκή δραστηριότητα) που λαμβάνει χώρα με φυσιολογική συστολή
- που υποδηλώνει ή σχετίζεται με διάλυμα που έχει την ίδια ωσμωτική πίεση με κάποιο άλλο, κυρίως με κυτταρικό ή σωματικό υγρό
- που σχετίζεται με ισότονο/ραδιοϊσότονο
- ισότονος· που έχει την ίδια τονικότητα· που αφορά ή αποτελεί την ίδια νότα
Ισοδύναμα
10 more languages
Deutschisotonisch
Suomiisotoninen
Italianoisotonico
Nederlandsisotonisch
Polskiizotoniczny
Portuguêsisotônico
Türkçeizotonik
Tiếng Việtđẳng trương
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free