ιοντισμός
Ορισμοί
οποιαδήποτε διαδικασία οδηγεί στην πρόσληψη ή την αφαίρεση ενός ηλεκτρονίου από ένα ηλεκτρικά ουδέτερο άτομο ή μόριο και τη μετατροπή του σε ιόν
Ισοδύναμα
20 more languages
العربيةتأين
Catalàionització
Galegoionización
Italianoionizzazione
ქართულიიონიზაცია
Nederlandsionisatie
Polskijonizacja
Portuguêsionização
Русскийиониза́ция
Tagalogsadagipik
Українськаіонізація
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free