HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ιησουίτης

Ουσιαστικό CEFR B2
i.i.suˈi.tis

Ορισμοί

  1. μέλος του ρωμαιοκαθολικού μοναστικού τάγματος, το οποίο ιδρύθηκε το 1534 και ήταν γνωστό για την αυστηρή πειθαρχία των μελών του, την ακραία υπεράσπιση της πίστης τους και την εκπαιδευτική και ιεραποστολική τους δράση
  2. ο υποκριτικά ευσεβής, ο υποκριτικά ενάρετος
  3. που ενεργεί ύπουλα και δόλια
  4. που φανατίζεται με την πίστη του

Ισοδύναμα

EnglishJesuit
Españoljesuita
Françaisjésuite
30 more languages
Catalàjesuïta
DeutschJesuit
Ελληνικάιησουιτικός
GaeilgeÍosánach
Galegoxesuíta
हिन्दीपादरी
Magyarjezsuita
Հայերենճիզվիտ
Íslenskajesúíti
Italianogesuita
ქართულიიეზუიტი
Lietuviųjėzuitas
Nederlandsjezuïet
Polskijezuita
Portuguêsjesuíta
Românăiezuit
Slovenčinajezuita
Српскиjezuitјезуит
Svenskajesuit
Türkçecizvit
Українськаєзуїтєзуїтка

Παραδείγματα

“Εταιρεία του Ιησού στη Βικιπαίδεια , οι Ιησουίτες”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ιησουίτης σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free