Meaning of ιδιώτης | Babel Free
/iˈðʝo.tis/Ορισμοί
- το άτομο χωρίς δημόσια ιδιότητα
- άτομο με σοβαρή διανοητική καθυστέρηση
- κάθε άτομο, όταν ενεργεί στο πλαίσιο της προσωπικής του ζωής
Ισοδύναμα
English
idiot
Παραδείγματα
“ο υπουργός επισκέφθηκε το Μόναχο ως ιδιώτης”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.