θυμωμένες
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θυμωμένη
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Ήταν πολύ θυμωμένες όταν έμαθαν τα νέα.”
They were very angry when they heard the news.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free