HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of θρόνος | Babel Free

Noun masculine CEFR C2 Specialized
/ˈθronos/

Ορισμοί

  1. ανδρικό επώνυμο
  2. το πολυτελές κάθισμα πάνω στο οποίο κάθεται ένας μονάρχης και αποτελεί ένα από τα σύμβολα της εξουσίας του
  3. το βασιλικό αξίωμα
    broadly
  4. άλλο ανώτατο αξίωμα
    broadly

Ισοδύναμα

English throne

Παραδείγματα

“αυτοκρατορικός, πατριαρχικός, παπικός θρόνος”

imperial, patriarchic, papal throne

“ο θρόνος της Αγγλίας”

English monarchy (literally:throne).

“σφετεριστής του θρόνου”

usurperer of the throne

“ανάρρηση στο θρόνο”

the proclamation to the throne

“χηρεύει ο θρόνος”

the throne is vacant (literally: widowed)

“ο διάδοχος του θρόνου”
“Σωτήρας του αγγλικού θρόνου ο πρίγκιπας Oυίλιαμ; (Τίτλος άρθρου της εφημερίδας ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 6 Ιανουαρίου 2010)”
“ο Οικουμενικός Θρόνος (το αξίωμα του Οικουμενικού Πατριάρχη)”
“※ Επί Πατριαρχίας Αθηναγόρα, η Σύνοδος του Οικουμενικού Θρόνου ενέταξε επτά Αγίους στο Αγιολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας μεταξύ των οποίων ήταν αναγνωρισμένες προσωπικότητες όπως ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο Κοσμάς ο Αιτωλός και ο Άγιος Νεκτάριος.”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See θρόνος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course