HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του θρόνος | Babel Free

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR C2 Specialized
ˈθronos

Ορισμοί

  1. ανδρικό επώνυμο
  2. το πολυτελές κάθισμα πάνω στο οποίο κάθεται ένας μονάρχης και αποτελεί ένα από τα σύμβολα της εξουσίας του
  3. το βασιλικό αξίωμα
    broadly
  4. άλλο ανώτατο αξίωμα
    broadly

Ισοδύναμα

Български трон
Čeština trůn trůnní
Deutsch Thron thron thronen
Esperanto trono
Español solio trono tronó
Eesti troon
Suomi valtaistuin
Français thrône trône trône
Magyar trón
Italiano trono
Lietuvių sostas
Nederlands troon troon
Polski tron
Português trono
Română tron
Русский престо́л трон
Slovenščina prestol
Svenska tronen
Türkçe taht

Παραδείγματα

“αυτοκρατορικός, πατριαρχικός, παπικός θρόνος”

imperial, patriarchic, papal throne

“ο θρόνος της Αγγλίας”

English monarchy (literally:throne).

“σφετεριστής του θρόνου”

usurperer of the throne

“ανάρρηση στο θρόνο”

the proclamation to the throne

“χηρεύει ο θρόνος”

the throne is vacant (literally: widowed)

“ο διάδοχος του θρόνου”
“Σωτήρας του αγγλικού θρόνου ο πρίγκιπας Oυίλιαμ; (Τίτλος άρθρου της εφημερίδας ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 6 Ιανουαρίου 2010)”
“ο Οικουμενικός Θρόνος (το αξίωμα του Οικουμενικού Πατριάρχη)”
“※ Επί Πατριαρχίας Αθηναγόρα, η Σύνοδος του Οικουμενικού Θρόνου ενέταξε επτά Αγίους στο Αγιολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας μεταξύ των οποίων ήταν αναγνωρισμένες προσωπικότητες όπως ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο Κοσμάς ο Αιτωλός και ο Άγιος Νεκτάριος.”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη θρόνος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free