Meaning of θρόνος | Babel Free
/ˈθronos/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- το πολυτελές κάθισμα πάνω στο οποίο κάθεται ένας μονάρχης και αποτελεί ένα από τα σύμβολα της εξουσίας του
-
το βασιλικό αξίωμα broadly
-
άλλο ανώτατο αξίωμα broadly
Ισοδύναμα
English
throne
Παραδείγματα
“αυτοκρατορικός, πατριαρχικός, παπικός θρόνος”
imperial, patriarchic, papal throne
“ο θρόνος της Αγγλίας”
English monarchy (literally:throne).
“σφετεριστής του θρόνου”
usurperer of the throne
“ανάρρηση στο θρόνο”
the proclamation to the throne
“χηρεύει ο θρόνος”
the throne is vacant (literally: widowed)
“ο διάδοχος του θρόνου”
“Σωτήρας του αγγλικού θρόνου ο πρίγκιπας Oυίλιαμ; (Τίτλος άρθρου της εφημερίδας ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 6 Ιανουαρίου 2010)”
“ο Οικουμενικός Θρόνος (το αξίωμα του Οικουμενικού Πατριάρχη)”
“※ Επί Πατριαρχίας Αθηναγόρα, η Σύνοδος του Οικουμενικού Θρόνου ενέταξε επτά Αγίους στο Αγιολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας μεταξύ των οποίων ήταν αναγνωρισμένες προσωπικότητες όπως ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο Κοσμάς ο Αιτωλός και ο Άγιος Νεκτάριος.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.