θρέψει
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τρέφω
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θρέφω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρέφω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρέφω
- θα θρέψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τρέφω
- θα θρέψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος θρέφω
Παραδείγματα
“Η μητέρα ξέρει πώς να θρέψει την οικογένεια.”
The mother knows how to feed the family.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free