Meaning of θρέψω | Babel Free
Ορισμοί
- α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρέφω
- α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρέφω
- θα θρέψω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τρέφω
- θα θρέψω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος θρέφω
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.