HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of θολός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C2 Specialized
/θoˈlos/

Ορισμοί

  1. που δεν έχει διαύγεια λόγω στερεών προσμείξεων
  2. που δεν διακρίνεται καθαρά, θαμπός
  3. που δεν έχει διαύγεια πνεύματος
  4. όχι ξεκάθαρος, ασαφής
    figuratively

Παραδείγματα

“το νερό του ποταμού ήταν θολό από τη λάσπη”
“η εικόνα στην τηλεόραση είναι θολή, η συσκευή χρειάζεται επισκευή”
“θολή ιδεολογία”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See θολός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course