θηλυκές
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θηλυκή
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Οι θηλυκές μορφές του ουσιαστικού είναι διαφορετικές.”
The feminine forms of the noun are different.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free