Meaning of θεολόγος | Babel Free
/θe.oˈlo.ɣos/Ορισμοί
- που μελετά και ερμηνεύει τα ιερά κείμενα μιας θρησκείας ή την ιστορία των θρησκειών
- ανδρικό όνομα
- καθηγητής που διδάσκει θρησκευτικά
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.