HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

θεαματικό

Επίθετο αρσενικό CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. αιτιατική ενικού του θεαματικός
    accusative, singular
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του θεαματικός
    accusative, neuter, nominative, singular, vocative

Παραδείγματα

“Το φινάλε του αγώνα ήταν πραγματικά θεαματικό.”

The match's finale was truly spectacular.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη θεαματικό σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free