HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ημεδαπός | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2

Ορισμοί

  1. που κατάγεται από την ίδια χώρα με εκείνη του προσώπου που αναφέρεται σε αυτόν (μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για νομικό πρόσωπο, αναφορικά με την έδρα του)
  2. η ημεδαπή

Παραδείγματα

“※ Για την ίδια υπόθεση σχηματίσθηκε δικογραφία σε βάρος ενός ημεδαπού συνεργού του, τα στοιχεία του οποίου ταυτοποιήθηκαν, για απάτη από κοινού (ανακοίνωση της Ελληνικής Αστυνομίας, 23-12-2021: Από το Τμήμα Ασφάλειας Βέροιας συνελήφθη ημεδαπός για απάτη κατ' εξακολούθηση, astynomia.gr, https://web.archive.org/web/20211226152124/http://www.astynomia.gr/index.php?option=ozo_content&lang=%27..%27&perform=view&id=107203&Itemid=2745&lang=)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ημεδαπός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course