Meaning of ημεδαπός | Babel Free
Ορισμοί
- που κατάγεται από την ίδια χώρα με εκείνη του προσώπου που αναφέρεται σε αυτόν (μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για νομικό πρόσωπο, αναφορικά με την έδρα του)
- η ημεδαπή
Παραδείγματα
“※ Για την ίδια υπόθεση σχηματίσθηκε δικογραφία σε βάρος ενός ημεδαπού συνεργού του, τα στοιχεία του οποίου ταυτοποιήθηκαν, για απάτη από κοινού (ανακοίνωση της Ελληνικής Αστυνομίας, 23-12-2021: Από το Τμήμα Ασφάλειας Βέροιας συνελήφθη ημεδαπός για απάτη κατ' εξακολούθηση, astynomia.gr, https://web.archive.org/web/20211226152124/http://www.astynomia.gr/index.php?option=ozo_content&lang=%27..%27&perform=view&id=107203&Itemid=2745&lang=)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.