Σημασία του ζωάκι | Babel Free
zoˈa.ciΟρισμοί
- υποκοριστικό του ζώο
- το ζώο που είναι μικρό σε διαστάσεις ή ηλικία
- το άκακο ζώο, εκείνο που κάποιος θέλει να το προστατεύσει ανεξαρτήτως διαστάσεων και ηλικίας, που ομως από κάτι απειλείται
-
προσφώνηση ερωτικής φύσεως σαν υποκοριστικό της ζωής. Όπως λ.χ Αντί για "μωρό μου" "μωράκι μου", ομοίως αντί για "Ζωή μου, ζωάκι μου" familiar, figuratively
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free