Σημασία του ζεία | Babel Free
ˈzi.aΟρισμοί
- δημητριακό που καλλιεργήθηκε στην αρχαία Ελλάδα. Υπάρχει σύγχυση γύρω από την ταυτότητά του: έχει ταυτιστεί με το μονόκοκκο σιτάρι (Triticum monococcum), το δίκοκκο σιτάρι (Triticum turgidum ssp. dicoccum), το σιτάρι σπέλτα (Triticum aestivum ssp. spelta), το κριθάρι (Hordeum vulgare), τη βρίζα ή σίκαλη (Secale cereale), το σόργο (Sorghum spp.), το καλαμπόκι (Zea mays L.) κ.ά. Στην αρχαιότητα χρησιμοποιόταν κυρίως ως ζωοτροφή.
- άλλη μορφή του ζεία
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free