Meaning of ζαχαρίνη | Babel Free
/za.xaˈɾi.ni/Ορισμοί
- σκόνη με κρυσταλλική δομή που παρασκευάζεται χημικά (C₇H₅NO₃S). Χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο της ζάχαρης. Είναι πιο γλυκιά απ’ αυτή, αλλά έχει πολύ λιγότερες θερμίδες.
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Ζαχαρίνης
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Ζαχαρίνης accusative, genitive, singular, vocative
Ισοδύναμα
English
Saccharin
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.